αἰόλη

αἰόλος
quick-moving
fem nom/voc sg (attic epic ionic)
αἰολέω
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
αἰολέω
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αιόλη — Αρχαία πόλη της Θεσσαλίας, γνωστή από μια επιγραφή σε πλάκα που βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Βόλου. Τοποθετείται στη σημερινή θέση Κατηγιώργης. Μερικοί όμως την τοποθετούν στην κοιλάδα της Μπούφας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.